ms-bars-04.png
Αρχικη | κειμενα | Ανθρωπογονια
missouras-cv.png

Aνθρωπογονία:
H μοίρα των προσώπων στη ζωγραφική του Τάσου Μισούρα
Θανάσης Μουτσόπουλος

Πράος κάποτε, και σε μονοπάτι ολισθηρό,
Ο δίκαιος άνθρωπος τραβούσε τον δρόμο του
Μες στην κοιλάδα του θανάτου,
Τριαντάφυλλα είναι φυτεμένα εκεί όπου φύτρωναν αγκάθια,
Και στον άγονο χερσότοπο
Τραγουδούν οι μέλισσες.
Ύστερα το ολισθηρό μονοπάτι φυτεύτηκε:
Κι ένα ποτάμι και μια πηγή
Σε κάθε βράχο και τάφο:
Και πάνω στα λευκασμένα κόκκαλα
Κόκκινος πηλός γεννήθηκε.

William Blake, Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης.

Wunderkammer: η αλχημιστική πλευρά
Τα εργαστήρια των αλχημιστών με τα δεκάδες μυστηριώδη μπουκαλάκια αποτελούν σπήλαια του απαγορευμένου, του ετερογενούς, του χαοτικού. Τα εξωτερικά και εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου σώματος λειτουργούσαν ως μεταφορές για τους πλανήτες ή τα μέταλλα και από εκεί με μια σειρά από ατελείωτες ποιητικές παρομοιώσεις με τοπία, ζώα, θερμοκρασίες, εποχές, ώρες της ημέρας, αριθμούς, κεφάλαια της Βίβλου. Ως εφευρέτες ποιητικών μεταφορών και οπτικών εικόνων, οι αλχημιστές επηρέασαν σημαντικά έργα και λογοτεχνίες – όπως το HypneretomachiaPoliphili, το Faustτου Goethe αλλά και ζωγράφους όπως τον Bosch, τον Bruegel, τον Durer, τον Arcimboldo, τον Beardsley… Ο Τάσος Μισούρας μοιάζει να συνεχίζει αυτή την παράδοση επηρεασμού από το αλχημιστικό μυστήριο. H ζωγραφική του έχει να κάνει με τη διαιώνιση αυτού του μυστηρίου και της εξερεύνησης η οποία σε συγκεκριμένες εποχές υπήρξε ταυτισμένη με την οντολογία της δυτικής τέχνης. Τα έργα του Μισούρα εμπλέκονται σε μια μαγική διαδικασία, με την έννοια ότι επιδιώκουν τη μεταμόρφωση της καθημερινότητας ή της αναπαράστασης σε κάτι τελείως διαφορετικό.

Με άλλα λόγια, ο καλλιτέχνης ανακατασκευάζει την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης έτσι ώστε να ερμηνευτεί από την προσωπική του κοσμοθεωρία. Επιπλέον, βαθιά εμβαπτισμένος στις συλλεκτικές εμμονές, διερευνά την παράδοση των Wunderkammer (ή Cabinets des Curiosites) και την αλλόκοτη ατμόσφαιρα της χωροθέτησης αυτών των αντικειμένων. Oι εύποροι του 17ου αιώνα συνήθιζαν να διατηρούν προσωπικές συλλογές, εκθέματα μέσα σε βιτρίνες, των Θαυμάτων του Kόσμου. Tων πιο απίθανων, αφύσικων ή σοκαριστικών εκθεμάτων. Φυσικά μαζί με τα υπαρκτά Θαύματα, τα «αληθινά» εκθέματα δηλαδή (εξωτικά ζώα, βαλσαμωμένα μέλη ή τα οστά τους, μανδραγόρες, απολιθώματα), αναμείγνυαν και «ψεύτικα», κατασκευασμένα ή ψευδώς τιτλοφορημένα («λέπια γοργόνας», «δαίμονες της Θάλασσας»,...). Αυτό που είχε τη μέγιστη σημασία πάντως ήταν ότι για τον θεατή όλα ανεξαιρέτως ήταν αληθινά. Για τον Μισούρα η έννοια της αλήθειας μέσα στο έργο τέχνης θα αποκτήσει έναν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα. Η ζωγραφική του, εκ πρώτης εντύπωσης αναπαραστατική, ξεχύνεται σε ορίζοντες που ελάχιστα έχουν να κάνουν με τον ορατό κόσμο
που μας περιβάλλει.

Το Γκροτέσκο και η Παραμόρφωση
Ο ζωγράφος Μισούρας βασίζεται σε μια προαιώνια συνέχεια παραμόρφωσης και δυσαναλογίας των ανθρώπινων μελών, από την ξυλογλυπτική της Αφρικής και της Ωκεανίας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής παράδοσης της καρικατούρας μετά τον 18ο αιώνα και από εκεί στην υιοθέτηση παρόμοιων πρακτικών από τον μοντερνισμό του 20ού αιώνα – ο Picasso πάνω απ' όλα επιτίθεται στα κλασικιστικά δεδομένα πάνω στις σωματικές αναλογίες. Παράλληλα με την αποδόμηση του ανθρώπινου σώματος, σε μια σειρά από ζωγραφικά έργα εδώ ο γεωμετρικός και αρχιτεκτονικός χώρος παραμορφώνεται στα όριά του, η οπτική μιμείται αυτή του αμφιβληστροειδούς ή του ευρυγώνιου φακού. Η γεωμετρική παραμόρφωση της προοπτικής διαστρέφει πόρτες και δωμάτια και τα μετατρέπει σε χώρους του παραλόγου. Ο αρχιτεκτονικός χώρος, όπου δεν καταλύεται τελείως, υπονομεύεται. Αποτελεί άραγε η προοπτική μέσο εκδήλωσης της ουσίας των πραγμάτων στον βαθμό που υποστηρίζουν οι υπέρμαχοί της και συνεπώς θα πρέπει να θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας; Ή αντιθέτως πρόκειται για ένα ακόμη είδος αναπαράστασης, που δεν συνοψίζει τη συνολική ερμηνεία του κόσμου αλλά ένα ενδεχόμενο αυτής, που αφορά σε μία ορισμένη επίγνωση και τρόπο ζωής; Ή μήπως η προοπτική απόδοση του κόσμου συνιστά την ειλικρινή εικόνα του, τον αληθινό λόγο του κόσμου; Όμως και σ' αυτή την περίπτωση, η εμπειρία του ζωγραφικού μοντερνισμού μέσα στον 20ό αιώνα απάντησε αυτό το ερώτημα. Ή μήπως στον αντίποδα αυτής της άποψης η προοπτική ισούται με ένα ξεχωριστό σύστημα μεταγραφής, μία εναλλακτική πρόταση που προβάλλει τη θέση, το χρονικό πλαίσιο και την κοσμοθεωρία των επινοητών της, επιτρέποντας ωστόσο την ύπαρξη άλλων αντίστοιχων συστημάτων; Συστημάτων που ενδέχεται να έχουν συλλάβει βαθύτερα την αληθινή μορφή των πραγμάτων, στο βαθμό μάλιστα που, αποκλίνοντας από τις αρχές της προοπτικής, να πλησιάζουν ακόμη περισσότερο την ουσία και να μην αλλοιώνουν ούτε στο ελάχιστο αλήθεια που πρεσβεύουν. Ο Στέλιος Ράμφος παρατηρεί: «Το επιμύθιο είναι, ότι μπορεί μεν η προοπτική και η αναπαραστατικότης να εξοβελίσθηκαν από την νεότατη ζωγραφική, αλλά τα στερεώματα του κόσμου των παρέμειναν, αφού ο χωρισμός ύλης και είδους εξακολουθεί στο επίπεδο της μορφής και της γεωμετρικής ή της χρωματικής της εκφράσεως. Όπως είχε διαγνώσει εύστοχα ο Πλωτίνος (ΙΙ.8, 1, 6-9: και όσω αν πόρρω η ύλη ή του ορωμένου, τόσω το είδοςοίον μεμονωμένον αφικνείται γινομένου και του πηλίκου είδους και αυτού και ποιού, ως το λόγον αυτού αφικνείσθαι μόνον), η παθολογική κατάστασις δεν θεραπεύθηκε. Τι σημασία έχει αν η αλήθεια ως λογική κατάληψις υπεχώρησε, αφ' ης στιγμής φωλιάζει τώρα στο αίσθημα;». Πιθανόν όμως οι απαντήσεις να βρίσκονται ακόμη πιο πίσω. H τόσο υποτιμητική για τις εικαστικές τέχνες θέση της Πολιτείας αντισταθμίζεται από το πολύ γνωστό και προσφιλές στους θεωρητικούς της σύγχρονης τέχνης χωρίο του Φίληβου. Στον ύμνο του Σωκράτη για την ομορφιά και την υπεροχή των μαθηματικών σχημάτων και των αμιγών χρωμάτων που μας χαρίζουν γνήσια πνευματική ηδονή βρίσκουμε τον μακρινό προάγγελο τόσο της ανεικονικής τέχνης όσο και του έντονου συμβολισμού στη ζωγραφική που φθάνει μέχρι τη δουλειά του Τάσου Μισούρα.

Νεύρωση και Μελαγχολία
Ο Άγγελος του Durer στοχάζεται και ο καλλιτέχνης ξεδιπλώνει ένα καινούργιο, μετά το Μεσαίωνα, ευρωπαϊκό όραμα για τη Μελαγχολία. Το στοιχείο του παράξενου, του αλλόκοτου, του παράδοξου και μιας δυσοίωνης μελαγχολίας διαπερνάει τα έργα του Μισούρα. Τα πρόσωπα που ζωγραφίζει ζουν ένα εσωτερικό δράμα, μια πάλη ανάμεσα στη μελαγχολία και την ανάταση, την εσωτερική ειρήνη και την τρέλα. Τα αινιγματικά χαμόγελα συντηρούν αυτή τη νοσηρή αίσθηση ερωτισμού που διαπερνάει τα έργα του. Η ομορφιά εδώ πλησιάζει την εξιδανίκευση, όμως είναι οριακά εύθραυστη, στα όρια της σήψης. Στο ποίημά του «Κατάθλιψη: Μια Ωδή» ο Samuel Taylor Coleridge γράφει για έναν:
Άψυχο, ψυχρό κόσμο προορισμένο
Για πλήθος πάντα ανέραστο, φτωχό, δυστυχισμένο.
Ο Μισούρας συμπάσχει με μια ανθρωπότητα σε βαθιά κρίση. Η ζωγραφική του δεν είναι ανέμελη, όμως στο υπόστρωμα του δυσοίωνου οράματός του για τον κόσμο ενυπάρχει το χιούμορ. Οι πρωταγωνιστές του, κυρίως δε οι πρωταγωνίστριες, έχουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά, της αποξένωσης, της ψυχρότητας και ενός υποδόρειου ερωτισμού. Αυτός ο τελευταίος επιπλέει επίμονα ανάμεσα στις φιγούρες χωρίς ποτέ, σπάνια ίσως, να βγαίνει στην επιφάνεια. Αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών κόσμων στο έργο του έχει να κάνει και με τις εικαστικές του αναφορές. Αφενός συνομιλεί έντονα με τη βορειοευρωπαϊκή συμβολιστική εικονογραφία που βρίσκουμε στη ζωγραφική του Carlos Schwabe (Ο Θάνατος του Νεκροθάφτη) ή του Arnold Bocklin, αφετέρου όμως, με έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, τη μελαγχολική γαλλική ζωγραφική του Garouste και τη σαρκαστική ποπ θεματολογία του Ryden. Με άλλα λόγια, κάτω από τη βαριά βόρεια μελαγχολία αναδύεται ένα πνευματώδες μεσογειακό ύφος.

Αχεροντία Άτροπος: H Ψυχή ως Φλόγα, ως Δέντρο, ως Πεταλούδα…
Είναι γνωστό πως, πεθαίνοντας, η ψυχή του ανθρώπου και για να φτάσει στα Ηλύσια, τα Νησιά των Μακάρων, τον Παράδεισο ή τον όποιο τόπο μακαριότητας, πρέπει να περάσει τα «Νερά του Θανάτου», γράφει ο Γ. Δημητροκάλλης. Ποτάμι, λίμνη ή θάλασσα. Ορισμένες φορές το πέρασμα αυτό γίνεται με τη βάρκα του Χάρoντα, ή κάποιου ανάλογού του, σε θρησκείες άλλες. Παράλληλα όμως, το πέρασμα της υγρής αυτής επιφάνειας γίνεται και απ' την ψυχή μοναχή, πάνω σε γέφυρα. Γέφυρα επικίνδυνη γιατί μπορεί να είναι καλαμένια, από σχοινί, δοκάρι που ο αγέρας παρασέρνει, ή –το χειρότερο– από πλεγμένα φίδια. Ο Μισούρας χειρίζεται μια σειρά από συμβολισμούς για την ανθρώπινη ψυχή, νεκρή ή ζωντανή, τα ανθρωπομορφικά δέντρα και τη μάνα-γη, τις ιπτάμενες φλόγες και κυρίως αυτόν της νυχτοπεταλούδας-κρανίου, Αχεροντίας Ατρόπου. Η πεταλούδα αυτή θα αποτελέσει έναν από τους πιο έντονους κώδικες που θα εμφανιστούν στη δουλειά του. Ο Βασίλης Βασιλικός χρησιμοποιεί την ίδια μεταφορά για να μιλήσει για τον νεκρό πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του Ζ (Ζήτα): «ψυχή η φανήεσσα, η αχεροντία, ψυχή η οκνηρή ή ζυμάντρια ή μοναχή». Αλλού ο Μισούρας ζωγραφίζει μια ανθρώπινη μορφή καλυμμένη από νυχτοπεταλούδες, απελπισμένη, όμως χαμένη κάτω από το αιθέριο πέπλο των εντόμων. Θανάσιμη ομορφιά.

Εσχατολογία
Τα έργα του Μισούρα μοιάζουν να χαρακτηρίζονται από μια μεταφυσική εμμονή για το Τέλος, ή ίσως μια οριακή μετάβαση, του Κόσμου όπως τον ξέρουμε. Ποτάμια από αίμα (;), φαινομενικά αχανείς θάλασσες και πρόσωπα που επιπλέουν απελπισμένα πάνω σε βάρκες και καράβια. Η μεταφορά της Κιβωτού του Νώε εδώ λειτουργεί έντονα πάνω στο δυσοίωνο υπόστρωμα των «Νερών του θανάτου». Ίσως, αν υπάρχει ένα κυρίαρχο στίγμα εδώ, να είναι ακριβώς αυτή η μετάβαση στο επέκεινα. Όλη η εικαστική μυθολογία που την περιβάλλει συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. To Λευκό Φως που εμφανίζεται στο φόντο πολλών άλλων έργων του είναι ίσως άλλη μια εκδήλωση της ίδιας μετάβασης προς τον Άλλο Κόσμο. H ζωγραφική του Μισούρα συνομιλεί συχνά με τα οράματα των ρομαντικών συγγραφέων, βασισμένη στους μύθους τους, απόκρυφους, παράδοξους ή φανταστικούς. Το αλληγορικό σύστημα του William Blake με τη δική του κατασκευή του Ουρανού και της Κόλασης θα λειτουργήσει αρχετυπικά εδώ. Είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί, μιας και τα σύμβολα που περιέχει και ο προσδιορισμός της σημασίας τους μεταβάλλονται. Έτσι και στον Μισούρα οι κώδικες δεν μένουν ποτέ σταθεροί, αλλά προσαρμόζονται στις εκάστοτε συνθήκες. Το έργο του Samuel Taylor Coleridge Η Μπαλάντα του Αρχαίου Θαλασσινού βασίζεται σ' ένα άλλο αρχέτυπο, κατά κάποιο τρόπο συγγενές με τη ζωγραφική του Έλληνα καλλιτέχνη και την εμμονή του με τη μετάβαση μεταξύ των κόσμων: το πλοίο του Θαλασσινού ορμά σε μια παράξενη θάλασσα, όπου κάτω από έναν τροπικό ήλιο ακινητοποιείται και περικυκλώνεται από αλλόκοτα φωτεινά νερά, γεμάτα από «χιλιάδες, χιλιάδες γλιστερά πλάσματα» κι εχθρικά πνεύματα. Εμφανίζεται ένα πλοίο φάντασμα που πλήρωμά του έχει τον Θάνατο και «την εφιαλτική παρουσία του Ζωντανού Νεκρού», ενώ οι ναύτες πέφτουν νεκροί ο ένας μετά τον άλλο, μέχρι που μένει μόνος του ο Θαλασσινός ζητώντας απεγνωσμένα λίγο νερό. Μετά από επτά μέρες κι επτά νύχτες ατομικής τιμωρίας, ποθεί μάταια να πεθάνει, όταν ξαφνικά με το φεγγαρόφωτο κοιτάζει κάτω προς τα «γλιστερά πλάσματα» που έχει περιφρονήσει, βλέποντας μέσα στη φωσφορίζουσα λάμψη την «πλούσια περιβολή» τους. Όταν η αγάπη για τα νερόφιδα ξεχύνεται μέσα από την καρδιά του, τα μάγια λύνονται κι έρχεται η βροχή, την οποία ακολουθεί ένας άνεμος που φυσά το καράβι –επανδρωμένο πια με αγγέλους που έχουν καταλάβει τα σώματα των νεκρών ανδρών– πίσω στον πραγματικό κόσμο. Σε σημεία ο Μισούρας μοιάζει να ζωγραφίζει έναν τόπο μεταξύ Παραδείσου και Κόλασης. Ναι, δυσοίωνο, εφιαλτικό, όμως με νύξεις ενός νοσηρού ερωτισμού να τον διαπερνούν. Απόλυτη μοναξιά, αποξένωση, μελαγχολία όμως και μια επίμονη επιβεβαίωση της ζωής, του έρωτα, της γέννησης. Του νέου… Στο έργο του Όραμα της Τελικής Κρίσης, o Blake αποφαίνεται με βεβαιότητα: Αυτός ο κόσμος της Φαντασίας είναι ο κόσμος της Αιωνιότητας, είναι η θεία αγκάλη στην οποία όλοι θα καταλήξουμε μετά τον θάνατο του Φθαρτού σώματος. Αυτός ο κόσμος της Φαντασίας είναι Άπειρος και Αιώνιος, ενώ ο κόσμος της Γέννησης ή της Βλάστησης είναι Πεπερασμένος και Προσωρινός… Όλα τα πράγματα συλλαμβάνονται στην Αιώνια Μορφή τους, στο θείο σώμα του Σωτήρος, την Αληθινή Άμπελο της Αιωνιότητας, την ανθρώπινη Φαντασία.8 Η «Κόλαση» του Μισούρα λειτουργεί ως μεταφορά για τα βασανιστήρια του ανθρώπινου νου, την τρέλα, την κατάθλιψη, τη σχιζοφρένεια. Ως εκ τούτου και η τέχνη, η δική του τέχνη τουλάχιστον, λειτουργεί ως κατάβαση στα έγκατα του μυαλού. Η καλλιτεχνική φαντασία είναι συχνά ένα περίεργο όπλο. O Ernst Cassirer ανέπτυξε την άποψη ότι στη μυθική σκέψη ο χώρος και ο χρόνος ποτέ δεν θεωρούνται καθαρές ή κενές μορφές. Αντίθετα θεωρούνται ως οι μεγάλες μυστηριώδεις δυνάμεις που διέπουν τα πάντα, που κυβερνούν και καθορίζουν όχι μονάχα τη θνητή μας ζωή, αλλά και τη ζωή των ίδιων των Θεών. Η ζωγραφική του Τάσου Μισούρα ακροβατεί σε έναν άχρονο άτοπο χώρο. Ο προσδιορισμός οποιουδήποτε γεωγραφικού ή πολιτισμικού στίγματος μοιάζει αδύνατος. Είναι μια τέχνη χαμένη στους ωκεανούς της σκέψης, μέσα σε μια πανάρχαιη μελαγχολία κι όμως, κατά έναν παράδοξο τρόπο, λειτουργεί ως βαρόμετρο για την ταραγμένη εποχή μας. Τα λόγια του Musset, γραμμένα σε μια άλλη εποχή και για άλλους λόγους, μοιάζουν να ταιριάζουν στην περίπτωση του ζωγράφου Μισούρα, κάπου στην Αθήνα, στις αρχές του 21ου αιώνα: «Ήρθα πολύ αργά σε έναν κόσμο πολύ γέρικο. Από έναν αιώνα χωρίς ελπίδα γεννιέται ένας αιώνας χωρίς φόβους